Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Γεώργιος Καραϊσκάκης, Ο αγνός, λαϊκός επαναστάτης

Γεώργιος Καραϊσκάκης
Ο αγνός, λαϊκός επαναστάτης

Ο Καραϊσκάκης αποτελεί ίσως την πιο ενδιαφέρουσα προσωπικότητα της επανάστασης του 1821. Περίφημος κλέφτης του Κατσαντώνη, αρματολός των Αγράφων, αρχιστράτηγος της Ρούμελης, και προπαντός γνήσιος λαϊκός ηγέτης. Τα κατορθώματά του αξιομνημόνευτα και ο χαρακτήρας του ιδιαίτερος: οξύθυμος, βωμολόχος, ευθύς και έντιμος ο «Αχιλλέας της Ρωμιοσύνης» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο πιο ανιδιοτελής και αγνός ήρωας της επανάστασης.

Ορισμένα παραδείγματα του ανεκδιήγητου υβρεολόγιού του μα και του άφοβου και τολμηρού του φρονήματος έχουν ως εξής:
* Προς τον απεσταλμένο του Σιλιχτάρ Μπόδα, αρχηγό του τουρκικού στρατού στα Τρίκαλα: «Έλα, σκατότουρκε, έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους, έλα ν’ ακούσεις τα κέρατα σας - γαμώ την πίστιν σας και τον Μουχαμέτη σας. Τι θαρεύσατε, κερατάδες. Δεν εντρέπεστε να ζητείτε από ημάς συνθήκην με έναν κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην - να τον χέσω και αυτόν και τόν Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα».
* Σε απάντηση της επιστολής του Μαχμούτ πασά: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω».
* Προς το γιατρό του, όταν αυτός του είπε "Στρατηγέ οι δυνάμεις σου έχουν πέσει πολύ" (έπασχε χρόνια από φυματίωση): "Ο πούτσος μου έπεσε μωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!".
* Απάντηση στην πρόταση συμφιλίωσης που του έστειλε στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης: «Γενναιότατε αδελφέ καπετάν Νικόλα, ...είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες [ελληνικά όργανα]. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ...».
* Για τους Τούρκους: «Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω. Άμα πεθάνω, θα μου κλάσουν τον πούτσο!».
Οι ήρωες της Επανάστασης υμνούνται και αποτελούν παράδειγμα για τις μετέπειτα γενιές Ελλήνων λόγω του σθένους, της παλικαριάς και της αυτοθυσίας τους. Και δικαίως. Ωστόσο, αν θέλουμε να αντιμετωπίζουμε ουσιαστικά και με αντικειμενικότητα τα ιστορικά γεγονότα, δεν πρέπει να πέφτουμε στην παγίδα του εξωραϊσμού και της υπερβολής γύρω από τα ιστορικά αυτά πρόσωπα. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να παραβλέπουμε το κομμάτι πολιτικές έριδες – κομματικά πάθη – συμφέροντα – διαπάλη για την πολιτική εξουσία. Δυστυχώς, στην πορεία του πολύπαθου νεοελληνικού κράτους, από την πρώτη στιγμή της σύστασής του μέχρι και σήμερα επαναλαμβάνονται τα ίδια λυπηρά σκηνικά: ίντριγκες – αυθαιρεσίες –
ανομίες – πολιτικές εξαρτήσεις. Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Κανάρης, Τζαβέλας, Νικηταράς, Μιαούλης και άλλοι πολλοί συμμετείχαν στα πολιτικά παιχνίδια, τασσόμενοι υπέρ και κατά παρατάξεων και διαδραματίζοντας ο καθένας το δικό του ρόλο.
Κάτι λοιπόν που ξεχωρίζει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και τον τοποθετεί σε μία εξέχουσα θέση από τους υπολοίπους συναγωνιστές του στις καρδιές μας, είναι το γεγονός ότι δεν έγινε γνωστή κάποια εμπλοκή του σε παιχνίδια πολιτικά ή κομματικά. Πρόκειται για τον πιο αγνό επαναστάτη του 1821.
Η σύγκρουσή του με τον Μαυροκορδάτο είναι αξιοσημείωτη. Ο Μαυροκορδάτος από αντιζηλία για τις ικανότητες του Καραϊσκάκη, συνεχώς παραγνώριζε τον ήρωα και υποστήριξε τον Γιαννάκη Ράγκο για το αρματολίκι των Αγράφων. Η διαμάχη αυτή οδήγησε στην κατηγορία του Καραϊσκάκη από τη μεριά του Μαυροκορδάτου για προδοσία και μυστικές συνεννοήσεις με τον Ομέρ Βρυώνη. Ακολούθησε το 1824 μία δίκη – παρωδία με ψευδομάρτυρες και επιτροπές συντασσόμενες από τον Μαυροκορδάτο που κατέληξε στην καταδίκη του Καραϊσκάκη (σημειωτέον, η καταδικαστική απόφαση δεν δημοσιεύτηκε καν). Κατά τη διάρκεια της δίκης ο ήρωας – κατηγορούμενος δεν έχασε το σαρκαστικό του χαρακτήρα, προκαλώντας μάλιστα τα γέλια των παρεβρισκομένων: «Κριτής (Γαλάνης Μεγαπάνου): -Βρε, ηξεύρομεν Καραϊσκάκη όπου λέγεις όλο λόγια. Μα διατί να τα λέγης έτζι; (πρόστυχα). Καραϊσκάκης: -Το έχω χούι, κυρ Πάνο. Κριτής: -Μα γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι πενήντα χρονών; Καραϊσκάκης: -Αμ δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Και συ, κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις να γαμής.».
Τον Ιούλιο του 1826, όταν η Επανάσταση ήδη στη Δυτική Στερεά είχε σβήσει και στην Ανατολική μόνο η Ακρόπολη των Αθηνών, η Κάζα και τα Δερβενοχώρια κατέχονταν από τους Έλληνες, αν και βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο της φυματίωσης πρότεινε στην εδρεύουσα «Διοικητική Επιτροπή» να αναλάβει ο ίδιος τον αγώνα στην Στερεά. Ο Α. Ζαΐμης, πρόεδρος της νεοπαγούς Διοικητικής Επιτροπής, θεώρησε τον «Γιο της Καλογριάς» ως τον αξιότερο στρατιωτικό για την γενική αρχιστρατηγία και τον αναγνώρισε ως αρχιστράτηγο, παρότι είχε παλαιότερα κατατρεχθεί από εκείνον και είχε υποστεί λεηλασία της οικίας του. Ο Καραϊσκάκης δεν ζήτησε ούτε άνδρες, ούτε χρήματα από τη Διοίκηση. Το μόνο που αξίωσε ήταν η δυνατότητα να διορίζει στα διάφορα στρατιωτικά αξιώματα άτομα της δικής του επιλογής.
Το 1827,αφού επέστρεψε από τετράμηνη νικηφόρα περιοδεία και έχοντας απελευθερώσει ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα πλην Μεσολογγίου, Βόνιτσας και Ναυπάκτου, εμφανίστηκαν οι διορισμένοι από την Συνέλευση της Τροιζήνας Κόχραν και Τσωρτς προκειμένου να συνδράμουν τον Αγώνα. Με τους δύο αυτούς ξένους ο Καραϊσκάκης βαθμιαία περιήλθε σε έριδες, τόσο για την τακτική του πολέμου, όσο και κατά την οργάνωση για την κατά μέτωπο επίθεση, μιας και τα ξένα αυτά πρόσωπα προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τακτικές οργανωμένου στρατού αγνοώντας τις τακτικές των Ελλήνων, την ψυχολογία τους, αλλά και τις μορφολογικές δυνατότητες της περιοχής. Αυτό οδήγησε τον Αρχιστράτηγο να επεμβαίνει προσωπικά μέχρι αυτοθυσίας σε όλες τις συμπλοκές, ακόμη και τις μικρότερες. Ο Κολοκοτρώνης διαμήνυσε στον Καραϊσκάκη να αποφεύγει τις άσκοπες αψιμαχίες και τους ακροβολισμούς, για να μη φονεύονται και οπλαρχηγοί τους οποίους "κυνηγά το βόλι". Ο Κολοκοτρώνης του τόνιζε μάλιστα ότι είναι ανάγκη "να σώσει τον εαυτόν του για να σωθεί και η πατρίδα". Ο Καραϊσκάκης όμως έχοντας ατίθασο χαρακτήρα, παρά τις συστάσεις και παρά την κατάσταση της υγείας του αποφάσισε να ανακόψει τους ακροβολισμούς των Τούρκων. Η επιχείρηση ορίσθηκε να πραγματοποιηθεί τη νύχτα της 22ας προς την
23η Απριλίου 1827, έχοντας συμφωνήσει κανείς να μην ξεκινήσει άκαιρα τους πυροβολισμούς πριν δοθεί το σύνθημα για γενική επίθεση. Το απόγευμα της 22ας Απριλίου ακούστηκαν πυροβολισμοί από ένα κρητικό οχύρωμα. Οι Κρητικοί προκαλούσαν τους Τούρκους και καθώς εκείνοι απαντούσαν οι εχθροπραξίες γενικεύτηκαν. Ο Καραϊσκάκης, παρότι άρρωστος βαριά, έφτασε στον τόπο της συμπλοκής. Εκεί μια σφαίρα τον τραυμάτισε θανάσιμα στο υπογάστριο. Έντονη υπήρξε και η φημολογία ότι Γεώργιος Καραϊσκάκης δολοφονήθηκε από ελληνικό χέρι.
Η αγνότητα και το μεγαλείο της ψυχής του συνοψίζονται στην τελευταία του κουβέντα προς τον συμπολεμιστή του Στρατηγό Μακρυγιάννη, όταν ο τελευταίος πήγε να τον επισκεφτεί: «Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα».
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θα παραμένει στις μνήμες μας αναμφίβολα ως ένας γνήσιος, έξοχος και ασύγκριτος πρωταγωνιστής της Επανάστασης. Όπως είπε για εκείνον και ο Παλαμάς: «... Ὁ ἄγγελος καὶ ὁ δαίμονας μέσα του εἴτανε δίδυμο πρόσωπο. Συμπλήρωνε τὸ ἕνα τὸ ἄλλο... Ἥρωας ποιητικός».






Κωστής Παλαμάς
Ποίημα για τον Καραϊσκάκη
Ἀπό «Τὰ δεκατετράστιχα», Ἅπαντα, τόμος 7ος, σ. 420, Ἀθήνα 1972.


Πόλεμος θἄρχιζε. Στὰ ξάγναντα, μπροστά μου,  
κορφή, γκρεμός• τὸ βουνό μαῦρο. Ξαφνικὰ 
τὸ βουνὸ ἀστράφτει μέσ' στὴν ὑπνοφαντασιά μου
σὰν ἀπὸ φάσγανα γυμνὰ γιὰ φονικά. 
Ὅσο κι ἂν ἐγερν' ἐμὲ δείλια πρὸς τὰ χάμου, 
μὲ μάτια πρόσμενα ὑψωμένα ἐκστατικὰ 
τὰ πρῶτα βόλια νὰ σφυρίξουνε στ' αὐτιά μου
κ' ἔνιωθα κάτι σὰ φτερὸ στὰ σωθικά. 
Καὶ νά! ἀπὸ τοῦ βουνοῦ τὴν κορωμένη ράχη
δὲ χύμησε μουγγρίζοντας ἡ ἀντάρα ἡ μάχη. 
Τὸ βουνὸ χρυσὴ σκάλα, κλέφτες καὶ κουρσάροι 
τὴν κατεβαίνανε, καὶ σ' ὅλους μέσα ποιός; 
Ἕνας ξεχώριζε, τοῦ Γένους τὸ καμάρι, 
τῆς Καλογριᾶς ὁ Γιός!



ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΙΧΝΕΥΤΑΙ  ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΟΥΛΕΙΜΑΝΗ.Ευχαριστούμε τη Φωτεινή για αυτό το καταπληκτικό άρθρο της , κάθε μήνα θα έχουμε και ένα αφιέρωμά.Για αυτούς τους μοναδικούς  ανθρώπους τους ΗΡΩΕΣ της επαναστάσεως.

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου